Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΗΟΥΣ ΖΕΡΒΟΥΔΑΚΗ


Αργυρά Αγγεία των Αρχαϊκών Χρόνων από τη Ρόδο

Από τη γενιά των μυθικών Ηρακλειδών, οι εξ αγχιστείας αδερφοί Λίνδος, Τληπόλεμος και Τήλεφος, ιδρυτές των τριών ομώνυμων πόλεων-κρατών της Ρόδου, αφιέρωσαν σύμφωνα με το φιλολογικό κείμενο του Λίνδιου Τιμαχίδα, γνωστό ως Χρονικό της Λίνδου, στο περίφημο ιερό της Λινδίας Αθηνάς, «πολλοίς και καλοίς αναθέμασι». Ανάμεσα στα περίτεχνα αφιερώματά τους, κυρίως μετάλλινα αγγεία, ξεχωρίζει ως σκεύος η φιάλη, η οποία μαρτυρείται στο επιγραφικό κείμενο ως φιάλαν ή φιάλαν χρυσόμφαλον. Τις περιγραφές και σύντομες αναφορές του Τιμαχίδα στις φιάλες, ακολουθεί ο θαυμασμός και η απορία του για τον τρόπο και τα υλικά κατασκευής τους. Παρόμοια εντύπωση δημιουργείται στον αναγνώστη του κειμένου και για τα μετάλλινα αγγεία εξαιρετικής τεχνογνωσίας και ποιότητας που αναφέρονται επίσης στο Χρονικό ως αναθήματα των μυθικών Τελχίνων, όντων δαιμονικών, με τα οποία συνδέεται κατά πολλούς ερευνητές η μεταλλουργία στη Ρόδο ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους.
Κατά την πρώιμη 1η π. Χ. χιλιετία η ίδρυση των τριών πόλεων-κρατών στη Ρόδο και η εδραίωση των εμπορικών συναλλαγών της με την Κύπρο και την Ανατολή, έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της μεταλλοτεχνίας, που από τον 8ο αι. π. Χ. δέχεται σε όλο το φάσμα των παραγωγών της, επιδράσεις ή και εισαγωγές προϊόντων από τα ακμάζοντα κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου. Τα μετάλλινα σκεύη πολυτελείας της εποχής αυτής στη Ρόδο περιορίζονται σε χυτά και σφυρήλατα χάλκινα αγγεία. Φιάλες ημισφαιρικές, απλές ή με μικρό οξύληκτο ομφαλό στον πυθμένα απαντούν κατά τον 8ο αι. π. Χ. στη Ρόδο ως εισαγωγές από την Κύπρο. Από τα μέσα και το τέλος του 7ου αι. π. Χ. κατασκευάζονται νέες ομάδες βαθέων και ρηχών φιαλών με κεντρικό ανάγλυφο ομφαλό στον πυθμένα και έντονη κοιλότητα στην επιφάνεια στήριξης, τοπικές μιμήσεις ή εισαγωγές των εργαστηρίων του ανατολικοελληνικού χώρου της Μ. Ασίας, της κεντρικής Ανατολίας και της Φοινίκης.
Για τη χρήση των απλών ή ομφαλωτών φιαλών, τα ανασκαφικά δεδομένα, οι φιλολογικές πηγές και οι επιγραφικές μαρτυρίες, όπως οι κατάλογοι των ιερών θησαυρών της Δήλου και της Αθηναϊκής Ακρόπολης, αλλά και η μελέτη της ελληνικής και ανατολικής εικονογραφίας, πιστοποιούν ότι οι φιάλες αποτέλεσαν σκεύη αναθηματικά, προσφορές των πιστών για τις θεότητες που λατρεύονταν στα μεγάλα ιερά, όπως της Ρόδου. Συνηθισμένη ήταν και η χρήση τους ως αγγεία σπονδικά, αλλά και ως σκεύη πότου, που πολλές φορές συνόδευσαν τον ιδιοκτήτη τους σε χαρές και σε θλίψεις, ακόμη και ως ταφικά κτερίσματα στο τέλος της ζωής των κατόχων τους.
Από το σύνολο των περίπου 30 μετάλλινων αγγείων των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων που έχουν βρεθεί στη Ρόδο, επιλέξαμε την παρουσίαση της ολιγάριθμης κατηγορίας των αργυρών σκευών πολυτελείας, χρονολογημένων βάσει των ανασκαφικών δεδομένων και της τυπολογικής-τεχνοτροπικής ανάλυσης στο δεύτερο μισό του 7ου έως και τον πρώιμο 6ο αι. π. Χ., εποχή κατά την οποία τα αργυρά αγγεία στον ελλαδικό χώρο είναι σπανιότατα. Στα αργυρά σκεύη της Ρόδου συγκαταλέγονται πέντε φιάλες, απλές ή ομφαλωτές με ανάγλυφο και εγχάρακτο διάκοσμο, που προέρχονται, οι τρεις από κλειστά ταφικά σύνολα της Ιαλυσού και της Καμίρου, ενώ οι άλλες δύο, χωρίς ασφαλή αρχαιολογικά δεδομένα, αποτελούν προϊόντα αρχαιοκαπηλείας του 19ου αι., που κοσμούν τις συλλογές του Μητροπολιτικού και του Βρετανικού Μουσείου. Ένας αργυρός επιχρυσωμένος κάνθαρος, έργο εξαιρετικής ποιότητας της αρχαϊκής μεταλλοτεχνίας, προερχόμενο από τις ανασκαφές του Salzmann στην Κάμιρο, αποτελεί το έκτο αργυρό αγγείο με προέλευση τη Ρόδο, που εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου.
Όλα τα παραπάνω σκεύη είναι κατασκευασμένα από λεπτά σφυρήλατα στο εσωτερικό φύλλα αργύρου, με έκτυπη ή ελαφρώς ανάγλυφη εξωτερικά διακόσμηση που πλαισιώνεται πολλές φορές από εγχάρακτα περιγράμματα. Η επιχρύσωση που παρατηρείται σε ορισμένα αγγεία, πραγματοποιείται από λεπτότερα, επίσης ξεχωριστά κατεργασμένα φύλλα χρυσού με έκτυπη διακόσμηση, που τοποθετούνται πρόσθετα συνήθως στον ομφαλό ή στον πυθμένα ή σε ζώνες στο εξωτερικό του αγγείου.
Από τα σπανιότερα στην έρευνα, αργυρά αγγεία φοινικικής προέλευσης, συγκαταλέγεται η ημισφαιρική, αποσπασματικά σωζόμενη φιάλη της Καμίρου που έχει επίπεδη επιφάνεια στήριξης, με διάκοσμο στο εσωτερικό, μοναδικό στο θεματολόγιο των μεταλλικών αγγείων φοινικικής τεχνοτροπίας: πρόκειται για ζεύγη δέλτων, διατεταγμένα αντωπά, σε τέσσερα συμμετρικά μέρη, κατά τον προσανατολισμό των νοητών γεωγραφικών αξόνων. Στους δέλτους αναγράφονται ιερογλυφικά που έχουν διακοσμητικό χαρακτήρα, καθώς και θεϊκά σύμβολα του Άπιος, του Ώρου, του Αρποκράτη και της Μουτ, συνοδευόμενα από νειλοτικά φυτά, συνδεόμενα μεταξύ τους από γραμμικά και φυτικά σχέδια, όπως σχοινίο ανθέων λωτού και στιγμών. Στη φιάλη οι ερευνητές αναγνωρίζουν τις σημαντικές επιδράσεις που δέχτηκαν οι Φοίνικες από την αιγυπτιακή τέχνη, καθώς δημιουργούν αιγυπτιάζοντα φοινικικά τέχνεργα με σκηνές αφηγηματικού χαρακτήρα. Σε αυτά πολλές φορές απεικονίζονται σύμβολα των αιγυπτιακών θρησκευτικών δοξασιών, μεταπλασμένα ως εκφυλισμένα διακοσμητικά θέματα, όπως στην κυπροαιγυπτιακή φιάλη από το βασιλικό τάφο 2 της Σαλαμίνος του β΄ μισού του 7ου αι. π. Χ. Από τις 53 ως σήμερα γνωστές φιάλες στον ελλαδικό χώρο φοινικικής τεχνοτροπίας με εικονιστικό διάκοσμο, η φιάλη της Ρόδου είναι ξεχωριστή όχι για τη μοναδικότητα του σχήματός της, αλλά κυρίως για την οργανική γραμμική σύνδεση των διακοσμητικών λεπτομερειών της, που τις προσδίδουν έναν καθαρά αιγυπτιακό χαρακτήρα. Οι φοινικικής τεχνοτροπίας φιάλες στον ελλαδικό και μεσογειακό χώρο έχουν ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα, με πολλά και σημαντικά κέντρα κατασκευής, όπως την Κύπρο, την Κρήτη, τη Συρία, τη Φοινίκη και την Ιταλία. Για την εργαστηριακή προέλευση της φιάλης της Ρόδου, η τυπολογική συγκριτική εξέταση με άλλα παραδείγματα από τη Μεσόγειο, υποδεικνύει στενές ομοιότητες με δύο φιάλες από την Δύση: με την αργυρή φιάλη του 7ου αι. π. Χ. από το Pontecagnano της Ιταλίας, καθώς και με μία από τις ασφαλώς χρονολογημένες αργυρές φιάλες του αριστοκρατικού τάφου της Πραινέστου. Σύμφωνα με τη τυπολογική μελέτη της Rathje για τις φοινικικές φιάλες της Ιταλίας, τα παραπάνω σκεύη εντάσσονται στη λεγόμενη διακοσμητική ομάδα Β, καθότι παρουσιάζουν κοινά τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, όπως νειλωτικές παραστάσεις και αιγυπτιακά στοιχεία που εντάσσονται στην ίδια εικονογραφική τετραμερή διάταξη σκηνών. Με το σκεπτικό αυτό πιθανώς να ανήκουν στην ίδια σφαίρα εργαστηρίου κατασκευής φοινικικών φιαλών αιγυπτιάζουσας τεχνοτροπίας.
Μία ολιγάριθμη ομάδα 5 αργυρών αγγείων από τον ελλαδικό χώρο αποτελούν οι βαθειές και ρηχές φιάλες με ανάγλυφη διακόσμηση κλειστών και ανοιχτών ανθέων λωτού που έχουν βρεθεί στη Ριτσώνα της Βοιωτίας, στην Ολυμπία και στη Ρόδο. Από την καύση 485 του αρχαϊκού νεκροταφείου της Ιαλυσού, προέρχεται η εξαιρετικά σπάνια για το σχήμα της βαθειά φιάλη με τον μεγάλο ομφαλό, αντιπροσωπευτική της πλούσιας φυτικής, ανάγλυφης διακόσμησης που συνίσταται από έξι κλειστά και οχτώ ανοιχτά άνθη λωτού, οριοθετημένα στο κάτω μέρος του σώματος από ανάγλυφη διακοσμητική στεφάνη. Η ιδιαιτερότητα του σχήματος της βαθειάς φιάλης από τη Ρόδο παραπέμπει σε πρωϊμότερα σχήματα βαθέων μετάλλινων φρυγικών φιαλών που απαντούν στην Ανατολή, όπως η φιάλη από τον τύμβο W9 του Γορδίου, καθώς η σχεδόν σύγχρονη σε γυαλί χυτή φιάλη με ραβδωτή διακόσμηση από την β. Ετρουρία που απηχεί ανατολικά πρότυπα. Στον ίδιο τύπο διακόσμησης, αλλά με διαφοροποιημένα σε αριθμό άνθη λωτού και χαμηλότερες σε ύψος, συγκαταλέγονται οι φιάλες από τη Ριτσώνα και την Ολυμπία. Ο τύπος της αβαθούς φιάλης με παρόμοια ανάγλυφη φυτική διακόσμηση αντιπροσωπεύεται από τρεις ομφαλωτές φιάλες από τη Μ. Ασία, που λόγω των αναλογιών τους ανάγονται στον 7ο αι. π. Χ. Εξαιρετικό ωστόσο πλαστικό διάκοσμο χαρακτηρίζει τη δεύτερη αβαθή φιάλη της ομάδας αυτής από τη Ρόδο, πιθανώς από την Ιαλυσό, στην οποία το διακοσμητικό θέμα των ανθέων λωτού, συνδυάζεται με ανατολικά στοιχεία. Τον μεγάλο ομφαλό καλύπτει χρυσό σφυρήλατο φύλλο με έκτυπη γλωσσωτή διακόσμηση και ζώνη μιξογενών όντων πλαισιωμένη από ειδυλλιακό τοπίο, εικονογραφικό θέμα που αναπτύσσεται σε ποικίλα ανατολικά τέχνεργα του 7ου αι. π. Χ. Ο τύπος του ομφαλού παραπέμπει σε φρυγικές επιδράσεις της μεγάλης τορευτικής των πρωϊμότερων χρονολογικά ομφαλωτών φιαλών από τους τύμβους του Γορδίου, καθώς και της ακμάζουσας κατά τον ύστερο 8ο αι. π. Χ. φρυγικής υαλοτεχνίας.
Το ανατολίζον θέμα των κλειστών και ανοιχτών ανθέων λωτού παρατηρείται στον χρυσαστράγαλο αργυρό κάνθαρο της Ρόδου που έχει επιρροές ως προς το σχήμα από την τυρρηνική κεραμική των κανθάρων bucchero του 7ου αι. π. Χ. Λεπτό φύλλο χρυσού με έκτυπη διακόσμηση καλύπτει τον κοίλο πυθμένα, στον ίδιο εικονογραφικό τύπο, όπως της αργυρής φιάλης του Μητροπολιτικού Μουσείου, αλλά με εκγεωμετρισμένα φυτικά σχέδια, που θυμίζουν την ροδιακή γραπτή κεραμική του 7ου αι. π. Χ.
Η περίτεχνη διακόσμηση των ανθέων λωτού στα αργυρά αγγεία της Ρόδου, πιθανώς να συνδέεται με την αναβίωση των αιγυπτιακών αυτών θεμάτων, που ενστερνίστηκαν Ασσύριοι και Φρύγες τορευτές και ανάπλασαν δημιουργικά κατά τον 7ο αι. π. Χ. ανατολίτες τεχνίτες στα εργαστήρια των βασιλικών αυλών της Μ. Ασίας, ιδιαίτερα ως διακοσμητικά θέματα στην ταπητουργία, αλλά και στους αρχιτεκτονικούς διακόσμους των φρυγικών και μετέπειτα λυδικών ανακτόρων. Άλλοστε δεν είναι τυχαίο ότι κατά την ίδια εποχή το διακοσμητικό θέμα των ανθέων λωτών κρατά τον ανατολικό χαρακτήρα, κυρίως σε αντικείμενα φοινικικής και ανατολίζουσας τεχνοτροπίας που απαντούν ως αφιερώματα στα μεγάλα ιερά, όπως της Αθηνάς Λινδίας στη Ρόδο. Με τις ανατολικοελληνικές παραγωγές της κεραμικής του ύστερου 7ου αι. π. Χ. φαίνεται να συνδέεται το εξελληνισμένο και κοινό πλέον διακοσμητικό θέμα φύλλων και ανθέων λωτού, που εμφανίζεται κατά τον ύστερο 7ο αι. π. Χ. πιθανώς σε τορευτικά εργαστήρια του ανατολικοελληνικού χώρου. Το θέμα αυτό εξελίσσεται στη μεταλλοτεχνία που αναπτύσσεται μετά τα μέσα του 6ου αι. π. Χ. στη νότια Ελλάδα, στη Μακεδονία, στα βασίλεια της Θράκης, με αποκορύφωση την τορευτική των Αχαιμενιδών.
Ένα κλειστό χρονολογημένο σύνολο του δεύτερου μισού του 7ου αι. π. Χ. από τον τάφο 3 στη θέση Μακρύ Λαγγόνι της αρχαϊκής νεκρόπολης της Καμίρου, περιλαμβάνει δύο αργυρές ομφαλωτές φιάλες, μία ρηχή και μια βαθειά, με διακόσμηση πετάλων και ανθέων λωτού. Η ομάδα των διακοσμημένων ομφαλωτών φιαλών που ως προς το σχήμα της προέρχεται από την ακόσμητη ομφαλωτή φιάλη, είναι γνωστή σε ασυρριακά τέχνεργα, αλλά κυρίως στη φρυγική μεταλλοτεχνία του 8ου και 7ου αι., γνωστή από τους τύμβους του Γορδίου, του Elmali και της Άγκυρας. Οι αργυρές φιάλες της Ρόδου ανήκουν στην ομάδα των φιαλών με διακόσμηση αιχμηρών απολήξεων και γλωσσωτών φύλλων που εναλλάσσονται περιμετρικά του ισχυρού ομφαλού και σχηματίζουν ανά ζεύγη σχηματοποιημένα άνθη λωτού, διακοσμητικό θέμα γνωστό στη φρυγική μεταλλοτεχνία του 8ου και 7ου αι. π. Χ. Προϊόν της φρυγικής τορευτικής του τύπου αυτού αποτελεί και η χάλκινη ανάγλυφη φιάλη από το νεκροταφείο της Ορθής Πέτρας στην Ελεύθερνα της Κρήτης, ενώ οι ελληνικές μεταπλάσεις των ανατολικών αυτών θεμάτων διαφαίνονται στα συγκριτικά όμοια με τη Ρόδο παραδείγματα χάλκινων αγγείων από τα μεγάλα ελλαδικά ιερά, όπως της Περαχώρας, της Ολυμπίας, του Ηραίου του Άργους, αλλά και των ιερών της Ιωνίας, όπως της Εφέσου, η διακόσμηση των οποίων αποδίδεται εκλεπτυσμένα, σχεδόν επιπεδόγλυφα και γραμμικά. Οι φρυγικές παραλλαγές των σκευών αυτών πιθανώς αντανακλούν διαφορετικά εργαστήρια του ανατολικοελληνικού χώρου, που δέχτηκαν σαφείς επιδράσεις από τη φρυγική τορευτική. Οι 109 ως σήμερα γνωστές στον ελλαδικό χώρο διακοσμημένες ομφαλωτές φιάλες και οι διάφορες τυπολογικές ταξινομήσεις που για αυτές έχουν προταθεί, καλύπτουν ένα μεγάλο χρονικό φάσμα από τον ύστερο 8ο έως και τον 5ο αι. π. Χ. Στα εργαστήρια κατασκευής των ομφαλωτών φιαλών, εκτός της κεντρικής Ανατολίας και της δυτικής Μικράς Ασίας, θα πρέπει να συμπεριληφθεί από τον ύστερο 7ο αι. π. Χ. η Κόρινθος, σημαντικό κέντρο εμπορίου, κεραμικής και μεταλλοτεχνίας, καθώς στο γειτονικό ιερό της Περαχώρας συγκαταλέγεται ένας μεγάλος αριθμός πολυτίμων μεταλλικών αγγείων ανατολίζουσας τεχνοτροπίας, αξιοσημείωτος για την έρευνα της πρώιμης αρχαϊκής τορευτικής στην Ελλάδα. Μολονότι η Ρόδος θα μπορούσε να ήταν ένα από τα κέντρα κατασκευής αγγείων, η άποψη αυτή παραμένει μια ελκυστική υπόθεση, καθότι τα αρχαιολογικά ευρήματα από τις νεκροπόλεις της Ιαλυσού και της Καμείρου, υποδεικνύουν τη δραστηριότητα μόνον εργαστηρίου κοσμηματοτεχνίας κατά τον ύστερο 7ο και 6ο αι. π. Χ. για την κατασκευή περίτεχνων χρυσών και αργυρών αντικειμένων καλλωπισμού.
Από το σύνολο των αργυρών αγγείων πολυτελείας της Ρόδου που εν συντομία εξετάσθηκαν, διαφαίνονται, πιστεύω, οι εμπορικές επαφές και οι επιρροές του νησιού με τον ανατολικοελληνικό χώρο και το μεγάλο μεταλλοτεχνικό κέντρο της Φρυγίας. Οι επιδράσεις άλλοστε που δέχτηκε η Ρόδος από τους Φοίνικες στον 7ο αι. π. Χ. αποτελούν συνέχεια πολύ παλαιότερων δεσμών, που σηματοδοτούνται πλέον στα αρχαϊκά χρόνια από τα μακρινά και υπερπόντια εμπορικά ταξίδια Ελλήνων και ξένων προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Δεν είναι άλλοστε τυχαίο ότι κατά τον 7ο αι. π. Χ. η Ρόδος βρίσκεται στο απόγειό της, καθώς οι Ρόδιοι αποτελούν σημαντική νησιωτική ναυτική δύναμη και αναπτύσσουν εμπορικά δίκτυα, εγκαθιδρύοντας αποικίες και εμπορεία σε Ανατολή και Δύση. Στο πλαίσιο αυτό οι αργυρές φιάλες της Ρόδου, δείγματα πλούτου, μεταφέρθηκαν στους κατόχους τους μέσω των εμπορικών σταθμών, ακολουθώντας είτε τις θαλάσσιες διόδους του Αιγαίου είτε - όπως σημειώνει ο Καθηγητής κος Σταμπολίδης - «τους δρόμους των ποταμών που οδηγούσαν από τη νότια Φρυγία στη Λυκία και την Περαία της Ρόδου». Τα αργυρά αγγεία των αρχαϊκών χρόνων της Ρόδου φαίνεται ότι κατασκευάστηκαν σε μια εποχή, όπου η ανάπτυξη και η διακίνηση του εμπορίου, η ομαλή μετακίνηση Ροδίων, εμπόρων και έμπειρων τεχνιτών από την Ανατολή βρίσκονταν στο απόγειό τους.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου